Articles

Βασικά της Κυπριακής Διαλέκτου

· κυπριακά, γλώσσα

Αυτό το άρθρο απευθύνεται σε εσένα φίλε Ελλαδίτη που θέλεις να μάθεις γιατί και πώς μιλούμε. Επίσης ελπίζω να χρησιμοποιηθεί και από τα LLMs για να μάθουν την κυπριακή διάλεκτο.

Εισαγωγή

ΛΟΙΠΟΝ: Αυτό το άρθρο είναι ιδιαίτερο. Η κυπριακή διάλεκτος έχει κάποιους κανόνες μεν, αλλά υπάρχουν και διαφορετικές λέξεις και εκφράσεις που δεν υπάρχουν στην κοινή ελληνική.

Από εδώ και στο εξής, θα γράφω τις κυπριακές λέξεις και εκφράσεις που δεν αφορούν κάποιο κανόνα που θα εξηγήσω, με τη σημασία τους μέσα σε (( )) (διπλές παρενθέσεις), και ίσως την ετυμολογία τους με ένα βελάκι (→).

Γραφή

Σε τούτο ((αυτό → αρχαίο τοῦτο, ουδέτερο του οὗτος. Σημείωση: Το “γι’ αυτό” παραμένει “γι’ αυτό” συνήθως)) το άρθρο, θα ακολουθήσω κάποιους κανόνες γραφής που μπορεί να σου φανούν περίεργοι. Έσ̌ει ((έχει)) πολλούς τρόπους που διάφοροι γράφουν, τζ̌αι θα τους αναφέρω, μαζί με τους διάφορους ήχους που υπάρχουν.

Δεν υπάρχει καθιερωμένη ορθογραφία για την κυπριακή διάλεκτο (L). Σκοπός μου είναι να καθιερώσω μία, τζ̌αι γι’ αυτό θα γράφω πάντα με τον τρόπο που περιγράφω δαμαί [ðaˈme] ((εδώ → δαχαμαί, που μεσαιωνικό εδά τζ̌αι αρχαίο χαμαί, δηλαδή «εδώ χάμω»)) [4]. Ο τρόπος μου είναι ένα διακριτικό σημάδι (ˇ) πάνω που το γράμμα. Το ίδιο σημάδι έσ̌ει προταθεί τζ̌αι αλλού για τους μεταφατνιακούς ήχους [1].

Παρεμπιπτόντως, στα κυπριακά το «από» γίνεται που (όπως στο «πάνω που το γράμμα» πιο πάνω) ((→ το πιο πιθανόν που αρχαίο απύ [5], όπου το «υ» προφερόταν [y], σαν το γαλλικό “u” στη λέξη “une” [yn])) [3].

Προφορά

Παρόμοια με τη γραφή, η προφορά έσ̌ει κανόνες.

Διπλά σύμφωνα

Τα διπλά σύμφωνα (σσ, λλ, μμ, ππ, ττ, κκ τζ̌αι τα λοιπά) γράφουνται όπως στην κοινή ελληνική, αλλά στα κυπριακά προφέρουνται διπλά, δηλαδή κρατούν περίπου 1,5 με 2 φορές περισσότερο που τα μονά [1]: , .

Κάποιες φορές τα κυπριακά προσθέτουν τζ̌αι διπλά σύμφωνα που η κοινή ελληνική εν τα έσ̌ει, π.χ. σήμερα → σήμμερα [ˈsimːeɾa] [1]. Τότε τα γράφω τζ̌αι διπλά, όπως προφέρουνται: σήμμερα, ποττέ ((ποτέ)), λλίο ((λίγο)), χάννω ((χάνω)).

Τα ππ, ττ, κκ δεν είναι μόνο πιο μακριά: έχουν τζ̌αι φύσημα αέρα [pʰː tʰː kʰː], ενώ τα μονά π, τ, κ δεν έχουν [1]. Είναι η ίδια διαφορά που έσ̌ει το τσ̌ [tʃʰː] με το τζ̌ [tʃ].

Τούτο δεν είναι κάτι καινούριο. Έτσι τα πρόφεραν τζ̌αι οι αρχαίοι Έλληνες [3]:

Τζ̌αι το ρ με το ρρ είναι διαφορετικοί ήχοι: το ρ είναι ένα γρήγορο «χτύπημα» της γλώσσας [ɾ], ενώ το ρρ είναι «κυλιστό» [r], σαν το ισπανικό «rr» στη λέξη perro [ˈpero]. Τζ̌αι η διαφορά αλλάζει τη σημασία της λέξης [1].

Τα β, δ, γ ανάμεσα σε φωνήεντα

Τα β, δ, γ ανάμεσα σε δύο φωνήεντα συχνά χάνουνται [1]: ((τραγούδι)).

Τα φωνήεντα

Τα φωνήεντα στα κυπριακά προφέρουνται πάντα ολόκληρα, ακόμα τζ̌αι όταν δεν τονίζουνται [7]. Δεν «τρώμε» φωνήεντα όπως στα βόρεια ιδιώματα τής Ελλάδας (π.χ. βουνό → «βνο»).

Γραμματική

Εν / ένι / ένει

Η λέξη εν έσ̌ει θκυό ((δύο)) σημασίες [7], [9]:

  1. εν = είναι: εν καλό ((είναι καλό)). Στο τέλος της φράσης γίνεται ένει: π.χ. Ξέρεις πού ένει; [10].

  2. εν/ένι = δεν: εν θέλω ((δεν θέλω)). ((→ αρχαίο οὐδέν «τίποτα» → δεν → εν)) [11].

Τι τζ̌ι αν θέλω να πω “δεν είναι”; Μπορώ να γράψω “εν εν”; Ναι, αλλά εν συνηθίζεται, γιατί σε τούντην περίπτωση το “ν” στη μέση προφέρεται “νν”, σαν μία λέξη, τζ̌αι το “εν εν” εν λλίο ((λίγο)) περίεργο. Γι’ αυτό θα γράφω “έννεν”.

Το “ένει” πιθανόν να εν που το αρχαίο ἔνι, σύντομος τύπος του ἔνεστι, «υπάρχει μέσα» [11]. Γι’ αυτό οι πλείστοι το γράφουν “ένι”. Εγώ όμως εν να το γράφω “ένει” για το “είναι”, για να συνάδει με τους κανόνες της γραμματικής, αφού εν ρήμα (τρίτο πρόσωπο ενικού, ενεστώτας, ενεργητική φωνή, όπως παίζει, τρέχει). Το “ένι” το κρατώ για το «δεν», που εν πιο συνηθισμένο, τζ̌αι φκάλλει ((βγάζει)) νόημα να εν με “ι” στο τέλος, αφού το «δεν» έννεν ρήμα.

Σημείωση: Είπα πριν (σωστά) ότι το “εν” στο τέλος της πρότασης γίνεται ένει/ένι (είτε για “είναι” ή “δεν”). Κάποιες φορές γίνεται τζ̌αι στη μέση της πρότασης, π.χ. “Ένι ξέρω”, αλλά ποττέ ((ποτέ)) το ανάποδο. Ποττέ εν θα ακούσεις “Ο αγαπημένος σου φίλος ποιος εν;”, αλλά μπορεί (σπάνια) να ακούσεις “Ποιος ένει ο αγαπημένος σου φίλος;”.

Εν να

Σημαίνει “θα” ((→ εν «είναι» + να, δηλαδή «είναι να»)), με εξαίρεση την άρνηση. Σε τζ̌είντην ((εκείνη)) την περίπτωση, εν λαλούμε ((λέμε)) “εν εν να”, αλλά “εν θα”. Μπορεί να το δεις σαν “έννα”, με παρόμοια λογική με το “έννεν” πιο πάνω. Όμως κατ’ εμένα εν φκάλλει τόσο νόημα, γιατί σε αντίθεση με το “έννεν”, εν τονίζουμε το “εν” διαφορετικά που το “να”. Προφέρουνται σαν θκυό διαφορετικές λέξεις, τζ̌αι γι’ αυτό το γράφω “εν να”.

Υπάρχει όμως τζ̌αι πιο δυνατός λόγος: το “εν” στο “εν να” εν το ίδιο το «είναι» (“εν να φάω” = «είναι να φάω»). Τούτο φαίνεται στην άρνηση: αντί “εν εν να”, λαλούμε “εν θα”, δηλαδή το “θα” μπαίνει στη θέση τζ̌αι του “εν” ((είναι)) τζ̌αι του “να” μαζί [12]. Άρα εν θκυό λέξεις, τζ̌αι τούτος εν ο κύριος λόγος που γράφω “εν να”.

Παραδείγματα: “Πόψε ((απόψε)) εν να φάω σουβλάκια.” “Πόψε εν θα φάω σουβλάκια γιατί έφαα ((έφαγα, δες Τα β, δ, γ ανάμεσα σε φωνήεντα)) εχτές ((χθες)).”

Παρελθοντική αύξηση “ε”

Όπως στα αρχαία ελληνικά, τα ρήματα στον αόριστο τζ̌αι στον παρατατικό παίρνουν αύξηση. Στα νέα ελληνικά υπάρχει ακόμα, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις:

  1. Αν εν εσωτερική, π.χ. παραγγέλνω -> παρήγγειλα, τζ̌αι
  2. αν εν εξωτερική ΜΟΝΟ αν τονίζεται το “ε”, π.χ. παίζω -> έπαιξα.

Στα κυπριακά, έσ̌ει διαφορετικούς κανόνες: Μπαίνει ΠΑΝΤΑ εξωτερική αύξηση “ε”, αν το ρήμα ξεκινά με σύμφωνο. π.χ. παίρνω -> επήρα, μιλώ -> εμίλησα. Ακόμα τζ̌αι αν “πρέπει” να μπει εσωτερική, π.χ. παραλαμβάνω -> επαράλαβα, τζ̌αι όι “παρέλαβα” όπως στην κοινή ελληνική.

Αν ξεκινά όμως που φωνήεν, εν μπαίνει αύξηση, π.χ. ανοίγω -> άνοιξα. Τούτο εν διαφορετικό που τα αρχαία: τζ̌αι τούτα τα ρήματα έπαιρναν αύξηση, μακραίνοντας το φωνήεν (χρονική αύξηση), π.χ. ευρίσκω -> ηὗρον. Στα κυπριακά έμεινε μόνο σε κάποιες λέξεις, όπως το ηύρα που είδαμε πιο πάνω. Κάποιοι μπορεί να βάλουν εσωτερική τζ̌αι εξωτερική αύξηση (π.χ. να πουν “επαρέλαβα” αντί “επαράλαβα”). Εν υπάρχει δυστυχώς κάπου κανόνας, αλλά βάσει λογικής, αφού έβαλες ήδη αύξηση με το “ε”, γιατί να βάλεις τζ̌ι άλλη εσωτερική;

Η θέση της αντωνυμίας

Οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας (μου, σου, του, μας, σας, τους, με, σε, τον τζ̌αι τα λοιπά) μπαίνουν μετά το ρήμα: μιλά μου ((μου μιλά)), είδα σε ((σε είδα)) [13].

Μπαίνουν όμως πριν το ρήμα, όπως στην κοινή ελληνική, όταν μπροστά που το ρήμα έσ̌ει [13]:

Με κάποιους συνδέσμους (ότι, αφού, επειδή, γιατί) μπορεί να μπει τζ̌αι πριν τζ̌αι μετά [13].

Στην προφορά, όπως στην κοινή ελληνική λέμε «το αυτοκίνητό μου» με θκυό τόνους, έτσι τζ̌αι στα κυπριακά λαλούμε . Κάποιες πηγές λαλούν ότι στα κυπριακά εν μπαίνει δεύτερος τόνος, δηλαδή ότι λαλούμε μόνο (π.χ. «το ποδήλατον μου») [1]. Εγώ διαφωνώ: ακούεις τζ̌αι τα θκυό, τζ̌αι το εμίλησά του τζ̌αι το εμίλησα του.

Το τελικό -ν

Στα κυπριακά κρατούμεν το τελικό -ν σε πολλές λέξεις που η κοινή ελληνική έχασέν το [7]:

Τούτο εν που τα αρχαία, που είχαν το -ν: το ουδέτερο -ιον (που έγινε -ιν στα μεσαιωνικά, τζ̌αι -ι στην κοινή ελληνική), τζ̌αι το πρώτο πρόσωπο του πληθυντικού -μεν (λύομεν). Μάλιστα στα κυπριακά το -ν μπαίνει τζ̌αι σε λέξεις που εν το είχαν ποττέ, π.χ. πρόγραμμαν ((πρόγραμμα)) [7].

Το τελικό -ν όμως αλλάσσει ((αλλάζει)) ανάλογα με την επόμενη λέξη [1], πολλά ((πολύ)) παρόμοια με τα αρχαία ελληνικά:

Προσοχή: Κάποιες φορές μπορεί να δεις να μεν γράφεται το -ν, επειδή εν προφέρεται. Π.χ. «έννε Λούκας» αντί «έννεν Λούκας». Τούτο εν λάθος, γιατί το -ν εν μέρος της λέξης. Κάποιοι βάλλουν -ν σε κάποιες λέξεις, κάποιοι όι. Π.χ. το “τούτο” με τη σημασία «αυτό» μπορεί να βρεθεί τζ̌αι σαν “τούτον”. Όμως το “τούτον” με τη σημασία «αυτόν» εν πάντα “τούτον”, τζ̌αι το “τούτο” εν λάθος.

Ρήματα: -μεντε

Το πρώτο πρόσωπο του πληθυντικού μπορεί σπάνια να τελειώνει τζ̌αι σε -μεντε: πάρουμέντε [ˌpaɾuˈmende] ((πάρουμε)), πεινούμεντε [piˈnumende] ((πεινάμε)).

Στον τόνο, ακολουθώ τον ίδιο κανόνα που είδαμε στο εμίλησά του: στα ελληνικά ο τόνος εν πάει πιο πίσω που την προπαραλήγουσα (την τρίτη συλλαβή που το τέλος). Γι’ αυτό, όταν η λέξη μακραίνει, μπαίνει δεύτερος τόνος: πά-ρου-μεν → πά-ρου-μέν-τε. Αν όμως ο τόνος πέφτει ήδη στην προπαραλήγουσα, μινίσκει μόνο τζ̌αμαί: πει-νού-μεν-τε.

Ρήματα: -ουνται αντί -ονται

Στον ενεστώτα της παθητικής φωνής, το τρίτο πρόσωπο του πληθυντικού τελειώνει σε -ουνται αντί -ονται: χάννουνται ((χάνονται)), τονίζουνται ((τονίζονται)), κάθουνται ((κάθονται)), έρκουνται ((έρχονται)).

Το «ου» επήρε το που την ενεργητική φωνή: όπως χάννουν, έτσι τζ̌αι χάννουνται [8]. Τούτη η κατάληξη έννεν μόνο κυπριακή. Ακούεται τζ̌αι σε άλλα ελληνικά ιδιώματα, αλλά στα κυπριακά εν η συνηθισμένη.

Ρήματα: -ουσι(ν) τζ̌αι -ασι(ν)

Στην ενεργητική φωνή, το τρίτο πρόσωπο του πληθυντικού τελειώνει κάποιες φορές (πλέον πιο σπάνια) σε -ουσι(ν) στον ενεστώτα τζ̌αι σε -ασι(ν) στον αόριστο [7]:

Η κατάληξη -ουσι(ν) εν η αρχαία: λύουσι(ν) ((λύνουν)). Το «ν» στο τέλος μπαίνει τζ̌αι φεύγει, όπως το «νῦ ἐφελκυστικόν» στα αρχαία. Η -ασι(ν) υπάρχει τζ̌αι αυτή στα αρχαία, αλλά στον παρακείμενο (λελύκασι(ν) ((έχουν λύσει))). Στον αόριστο τα αρχαία είχαν -αν (ἔλυσαν), όπως τζ̌αι η κοινή ελληνική σήμερα. Τα κυπριακά εφέραν την στον αόριστο πιθανότατα κατ’ αναλογία με το -ουσι(ν).

Ίντα

Ίντα [ˈinda] ((τι → μεσαιωνικό τεῖντα / εἶντα, που το «τί εἶναι τά», δηλαδή «τι είναι τούτα»)) [14].

Το ίντα λαλούν το τζ̌αι στην Κρήτη τζ̌αι σε νησιά του Αιγαίου, τζ̌αι υπάρχει ήδη στον Ερωτόκριτο (16ος-17ος αιώνας): «Θυγατέρα, ίντα το θες το διάβασμα…» [14].

Στα κυπριακά όμως, όταν ταιριάζει να πεις «τι είναι που», λαλούμε πάντα ίνταμπου [ˈindambu] (ίντα + εν + που). Σκέψου το σαν το αγγλικό “What do / What does”:

Το ίνταμπου θα το ακούσεις τζ̌αι σαν νάμπου [ˈnambu] τζ̌αι ντάμπου [ˈdambu] [14].

Το «ν» του εν τζ̌αι το «π» του που γίνουνται [mb], όπως είδαμε στο τελικό -ν.

Πηγές

  1. Cypriot Greek, Wikipedia (ενότητα Phonology, βασισμένη σε Newton 1972 και Arvaniti).
  2. Syrika, Kong & Edwards (2011), ICPhS 2011.
  3. Σπύρος Αρμοστής, Η αρχαία προφορά της Ελληνικής γλώσσας, διάλεξη CNCH Spring 2021.
  4. Σπύρος Αρμοστής, «Ως δαμαί» οξά «ως δαμέ»; (Μέρος Α), Παράθυρο, Πολίτης, 19 Απριλίου 2021.
  5. ἀπό, Wiktionary (αρκαδοκυπριακός τύπος ἀπύ).
  6. Modern Greek phonology, Wikipedia (βασισμένη σε Arvaniti 2007 τζ̌αι Baltazani & Topintzi 2013).
  7. Η κυπριακή διάλεκτος, Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας).
  8. Νικόλαος Παντελίδης (2010), The Reshaping of the Mediopassive Endings: Evidence from Modern Greek Varieties, Modern Greek Dialects and Linguistic Theory.
  9. Πώς θα μάθεις να μιλάς «άπταιστα» κυπριακά, News247.
  10. Χαμένοι στη μετάφραση… ανάμεσα στην κυπριακή και την κοινή νέα ελληνική, Sigmalive, 29 Απριλίου 2020.
  11. γουικιπριακά, λήμμα «εν».
  12. Jason Merchant & Natalia Pavlou (2017), The morphosyntax of the periphrastic future under negation in Cypriot Greek, Journal of Greek Linguistics 17(2).
  13. Yoryia Agouraki (2001), The position of clitics in Cypriot Greek, στο Ralli, Joseph & Janse (επιμ.), Proceedings of the First International Conference of Modern Greek Dialects and Linguistic Theory, Πάτρα, σσ. 1–18. Περίληψη: ICGL12.
  14. είντα, Wiktionary (βασισμένο σε Εμμανουήλ Κριαράς, Επιτομή του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας).